Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017

Franz Kafka - Η μεταμόρφωση

Συνεχίζοντας το αφιέρωμά μας στη γερμανόφωνη πεζογραφία θα διαβάσουμε τη νουβέλα «Η μεταμόρφωση» του Franz Kafka (1883-1924), ένα από τα λίγα έργα του Τσέχου συγγραφέα που εκδόθηκαν ενόσω ζούσε (γράφτηκε το 1912 και κυκλοφόρησε το 1916).

Θα το συζητήσουμε τη  Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου στη Βορέειο στις 6.00 σε παρουσίαση της φίλης Βασιλείας Πλαστήρα.


«Η τέχνη μας συνίσταται στο θάμβος της αλήθειας:
Το φως πάνω στο κωμικοτραγικό προσωπείο που
υποχωρεί μορφάζοντας, είναι αλήθεια και μόνον αλήθεια»
Φραντς Κάφκα

 Η μεταμόρφωση έχει μεταφερθεί πολλές φορές στον κινηματογράφο – ενδεικτικά: Το 1976 στη Σουηδία  σε σκηνοθεσία του Ivo Dvorák, το 2012 στη Ρωσία από τον Valeri Fokin,  to 2012 στον Καναδά από τον Chris Swanton και το 2012 και 2015 στη Γερμανία από τον David Michael Yohe και τον Igor Plischke αντίστοιχα.



"Όταν ο Γκρέγκορ Σάμσα ξύπνησε ένα πρωί από ταραγμένα όνειρα, βρέθηκε στο κρεβάτι του μεταμορφωμένος σ΄ένα πελώριο ζωύφιο. Κείτονταν πάνω στη σκληρή σαν θώρακας ράχη του κι έβλεπε, όταν σήκωνε λίγο το κεφάλι, την τουρλωτή, μελαψή, με τοξωτές ραβδώσεις χωρισμένη κοιλιά του, που πάνω της το κλινοσκέπασμα, έτοιμο να ξεγλιστρήσει ολότελα, μόλις μπορούσε πια να κρατηθεί. Τα πολλά, μπροστά στον υπόλοιπο όγκο του, αξιοθρήνητα λεπτά πόδια του, του θάμπωναν με αμηχανία τα μάτια."
Έτσι ξεκινά το δημοφιλές, πολυμεταφρασμένο και πολυδιασκευασμένο για το θέατρο, την όπερα και τον κινηματογράφο κείμενο του Κάφκα που ασχολείται με το άγχος του ατόμου στη νέα εποχή, την αποξένωσή του από το περιβάλλον, την αποσύνδεση πνεύματος και σώματος.

Σύμφωνα με τον Έσσε (1935) «σήμερα ήδη νιώθουμε ότι ο Κάφκα υπήρξε ένας μοναχικός προάγγελος, που πολύ πριν από τις μέρες μας αντιλήφθηκε, ένιωσε στο πετσί του και ξόρκισε τη μεγάλη πνευματική και υπαρξιακή κρίση που διερχόμαστε σήμερα». [Από την εισαγωγή της νουβέλας στις εκδόσεις Ροές και μετάφραση Δημήτρη Δήμου].



Εικονογράφηση του Πίτερ Κούπερ - από:








Πληροφορίες για τον συγγραφέα και το έργο του στη Βιβλιονέτ: 



Για τους γερμανόφωνους φίλους μας στο πρόγραμμα Gutenberg υπάρχει το πλήρες κείμενο για δωρεάν ανάγνωση: https://www.gutenberg.org/files/22367/22367-h/22367-h.htm

Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2017

Ο Ευγένιος Σπαθάρης και το Μουσείο Θεάτρου Σκιών

Γράφει ο Γιώργος Σεφέρης στο ημερολόγιό του τον Φλεβάρη του 1947:

Διώξαμε τη χάρη από τη ζωή μας˙αυτό μας λείπει. Αυτό που είδα την άλλη φορά στον καραγκιοζοπαίχτη Σπαθάρη. Ήρθε στο σπίτι πεινασμένος, σε απόγνωση. Κι όμως πως μιλούσε.
«Το ταβάνι τρέχει, Κύριε. Δεν έχουμε ηλεχτρικό. Τώρα που παντρεύουνται οι άνθρωποι μέσα στ’ αεροπλάνα, δεν έχουμε ηλεχτρικό. Πότε σπάζει το γυαλί της λάμπας, πότε το πετρέλαιο είναι νοθευμένο. Και το σπίτι μου βλέπεις, είναι εργοστάσιο. Άμα βραδιάσει, με πιάνουν οι μαύρες σκέψεις. Αρπάζω τότε τα χαρτιά και τα κοπίδια, και φτιάχνω τον Κοπρίτη, τον Μπιτσικόκο, τον Καραγκιόζη» 
Αυτό που δεν μπορώ να κάνω εγώ. Ντρέπομαι που κάνω τόσο λίγο, όταν ακούω τέτοιους ανθρώπους.
[Μέρες του 1945-1951, Αθήνα: Ίκαρος, 1973, σ. 92-93]

Ο Ευγένιος Σπαθάρης (2/1/1924 – 9/5/2009) του Σωτηρίου ήταν καλλιτέχνης του ελληνικού θεάτρου σκιών, ένας από τους πιο σημαντικούς καραγκιοζοπαίχτες και ζωγράφος. Πατέρας του ήταν ο επίσης καραγκιοζοπαίχτης, Σωτήρης Σπαθάρης, ο οποίος απεβίωσε το 1974. Ξεκίνησε να δίνει παραστάσεις, αρχικά στη διάρκεια της κατοχής, στις γειτονιές, σε κατασκηνώσεις, σε κινηματογράφους (π.χ. REX-Μαρούσι, Μπομπονιέρα-Κηφισιά) και θέατρα της Αθήνας, σε πρεσβείες, στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη κ.α. Έδωσε αμέτρητες παραστάσεις, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, συμμετέχοντας σε διεθνή φεστιβάλ και συνέδρια ειδικά για το θέατρο σκιών. Χαρακτηριστική είναι η συμμετοχή του στο Φεστιβάλ Λαϊκού Θεάτρου στο Παρίσι το 1959 μετά από πρόσκληση του Ζεράρ Φιλίπ και του Αλμπέρ Καμύ καθώς και στο Carnegie Hall στη Ν. Υόρκη με τον Όμιλο λαϊκών και δημοτικών τραγουδιών όπου συμμετείχαν επίσης η Δώρα Στράτου, ο Γιάννης Τσαρούχης κ.ά.  Παρουσίασε πολλά έργα με ήρωα τον Καραγκιόζη, τόσο ως άψυχο υλικό (φιγούρες ηρώων), όσο και σε έμψυχη (ζωντανή) παράσταση με ηθοποιούς, στο Κρατικό Θέατρο Β. Ελλάδος, στο «Ελληνικό Χορόδραμα», στο Θέατρο Χατζώκου (Θεσσαλονίκη), στο Θέατρο Συντεχνίας κ.α. με παραστάσεις όπως «Το ταξίδι», «Το καταραμένο φίδι», «Ο δικτάτορας», «Ο Αλέκος με τα κυδώνια». Αντλούσε τα θέματά του από την ελληνική ιστορία και τη σύγχρονη πραγματικότητα με άξονα το "ξύπνα λαέ και μην κοιμάσαι".
Το 1970 κυκλοφόρησε 13 εικονογραφημένα τεύχη (των 2 δρχ. έκαστο) με μαυρόασπρες φιγούρες και έγχρωμο εξώφυλλο και το 1979 παρουσιάστηκε από τις εκδόσεις Νεφέλη το επιτυχημένο βιβλίο του «Ο Καραγκιόζης των Σπαθάρηδων» με εφτά έργα και εφτά περιλήψεις (τα τέσσερα δικά του και τα τρία του πατέρα του Σωτήρη). Το 1962 κυκλοφόρησαν 10 έργα του σε δίσκους 45 στροφών από την His Master's Voice, ακολούθησαν 2 δίσκοι 33 στροφών από τη Μinos-EMI αρχές της δεκαετίας του '80 και άλλες έξι παραστάσεις σε 6 αντίστοιχα CD από τη Legend το 2002. Το 1950 πραγματοποιεί την πρώτη του συμμετοχή σε κινηματογραφική ταινία, στο Πικρό Ψωμί του Γρηγόρη Γρηγορίου. Έπαιξε έργα του στην κρατική τηλεόραση από το 1966 μέχρι το 1992. Κάποια από τα έργα του αυτά κυκλοφορούσαν μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του '90 σε βιντεοκασέτες, ενώ τις ημέρες του θανάτου του ξεκίνησε συμπτωματικά η κυκλοφορία τους σε DVD.
Ήταν μέλος του Καλλιτεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος και του Ινστιτούτου Παγκοσμίου Θεάτρου της UNESCO. Έκανε περιοδείες σε πολλές χώρες λαμβάνοντας μέρος σε διάφορα φεστιβάλ και συνέδρια Παρίσι, Λιέγη, Ρώμη, Κάιρο, Λονδίνο, Κοπεγχάγη. Ως ζωγράφος έλαβε μέρος σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις στην Αθήνα, Ζυρίχη, Παρίσι και Νέα Υόρκη.
Τιμήθηκε με το Βραβείο Ρώμης (1962), το Α' Μετάλλιο του Πρίγκιπα του Μοντ, το Α' Βραβείο Πολωνίας (1978), το Α' Μετάλλιο Τοσκανίνι (Ιταλία) το 1978 κ.ά. Τέλος, το 2007, τιμήθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού για τη μεγάλη του προσφορά και του αναγνωρίστηκε ο τίτλος του μεγάλου δασκάλου.
Στις 6 Μαΐου του 2009, ενώ βρισκόταν στο Ινστιτούτο Γκαίτε Αθηνών για να παραστεί σε εκδήλωση προς τιμήν του, έχασε την ισορροπία του και έπεσε από σκάλες. Ύστερα από τρείς μέρες νοσηλείας, στις 9 Μαΐου, απεβίωσε σε ηλικία 85 ετών. Η σορός του εξετέθη σε λαϊκό προσκύνημα στο Σπαθάρειο Μουσείο και η κηδεία του έγινε στο Μαρούσι με δημόσια δαπάνη.

Εδώ, ! ρε γλέντια! όπα! όπα!", μπορούμε να απολαύσουμε την παράστασή του «Ο Καραγκιόζης γιατρός» - Από το https://youtu.be/zdWcZhZ5vVI    


Στο Αρχείο της ΕΡΤ στη σειρά Η ιστορία των χρόνων μου - 1959, υπάρχει ένα ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ για τον μεγάλο αυτόν τροβαδούρο της λαϊκής μας παράδοσης:  http://archive.ert.gr/8238/


Το Σπαθάρειο Μουσείο Θεάτρου Σκιών είναι το αποτέλεσμα μιας μακροχρόνιας, επίπονης προσπάθειας του Ευγένιου Σπαθάρη και του Δήμου Αμαρουσίου να αποκτήσει  ο Καραγκιόζης μόνιμο στέκι. Στις 22 Ιουνίου 1995 άνοιξε τις πύλες του για να υποδεχθεί τους αμέτρητους φίλους του Καραγκιόζη που έτρεξαν να εκφράσουν τη χαρά τους και να παραστούν στα εγκαίνια. 
Η συστηματική λειτουργία του Σπαθάρειου Μουσείου άρχισε τον Ιανουάριο του 1996 με εκπαιδευτικά προγράμματα προοριζόμενα κυρίως για μαθητές. Αργότερα διαμορφώθηκε και ο αύλειος χώρος σε μόνιμο Καραγκιοζοθέατρο.  

Σκοπός του Σπαθάρειου Μουσείου του Δήμου μας είναι να διατηρήσει, να προστατεύσει και να προβάλλει με κάθε τρόπο αυτό το τόσο σημαντικό μέρος της πολιτιστικής μας κληρονομιάς που εκπροσωπεί το λαϊκό θέατρο και ο ήρωας του: ο ελληνικός Καραγκιόζης

Βρίσκεται στη Μεσογείων και Βορείου Ηπείρου 27 (τηλ. 210-8022360).
Από  την ιστοσελίδα του Μουσείου στη δ/νση: http://www.karagiozismuseum.gr/index.htm

Ξεφυλλίζοντας τη λογοτεχνία για το Μαρούσι και τους ανθρώπους του

Επιμέλεια: Νίκος Κωστούλας

Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2017

Άλλους ανθρώπους - διήγημα του Πασχάλη Παπαγεωργίου

Τον τελευταίο καιρό, σχεδόν ένα χρόνο τώρα, η αλήθεια είναι ότι το μυαλό μου είναι συνέχεια αλλού, γι’ αυτό ξαφνιάστηκα με τον εαυτό μου να προσπαθεί να δικαιολογηθεί στη συνάδελφό μου την Καίτη, γιατί δεν είμαι στο facebook. Να μου λέει, με ύφος κάπως έντονο, ότι δε γίνεται πλέον να ζω απομονωμένος, δίχως να μοιράζομαι τις σκέψεις μου, τις ιδέες μου και γενικά τις ευαισθησίες μου, για το περιβάλλον, για παράδειγμα, που ήξερε ότι με ενδιέφερε, με άλλους ανθρώπους και ειδικά με φίλους. Η λέξη «φίλους», μετά το χαμό εδώ και ένα χρόνο των δύο κολλητών μου, ακουγόταν πολύ μακρινή και συνάμα με τάραζε σε σημείο που χρειάστηκε να καταβάλλω μεγάλη προσπάθεια να ρωτήσω ποιους εννοεί «άλλους ανθρώπους». Η Καίτη μου έφερε για παράδειγμα τους φίλους τους δικούς της, θα μπορώ δηλαδή να κάνω «σύνδεση» με τους φίλους της και να γίνουν και δικοί μου φίλοι.
Γυρνώντας σπίτι, αργά το βράδυ από τη δουλειά, με σκυμμένο το κεφάλι σκεφτόμουν όλα αυτά και αναλογιζόμουν ότι η Καίτη μπορεί να είχε δίκιο. Μετά τον πρόσφατο χαμό των δύο φίλων μου, που φύγαν πριν την ώρα τους, καταλάβαινα ότι η σύνδεσή μου με άλλους ανθρώπους ήταν ίσως ένας καλός τρόπος να μην απομονωθώ.
Περνώντας από μια πλατεία παρατήρησα ένα σκύλο που κοιμόταν σε πολύ επικίνδυνο σημείο. Ήταν καθισμένος πάνω στο κεντρικό δρόμο που περιέβαλε την πλατεία, ένα μέτρο μακριά από το πεζοδρόμιο. Κάθε φορά που περνούσε αυτοκίνητο, λόγω της θέσης του, κινδύνευε να τον πατήσει, δίχως να κάνει οποιαδήποτε προσπάθεια να μετακινηθεί δίπλα πάνω στο πεζοδρόμιο όπου δεν θα κινδύνευε να τον σκοτώσει κάποιο από αυτά. Η επιμονή του σκύλου να μη λογαριάζει τον κίνδυνο που διέτρεχε με μαγνήτισε και δίχως να το καταλάβω, σαν υπνωτισμένος, πήγα και κάθισα οκλαδόν, με τα χέρια τυλιγμένα γύρω από το κεφάλι, πάνω στον δρόμο λίγα μέτρα πιο δίπλα, κλείνοντας τα μάτια. Στην αρχή η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά ακούγοντας κόρνες και φρεναρίσματα, όμως, όσο περνούσε η ώρα, κατά περίεργο τρόπο, ο φόβος μαζί με την απορία που ένιωθα για την ενέργειά μου αυτή με έκαναν να νιώθω ήρεμος. Θυμήθηκα τα παιδικά μου χρόνια τότε που μαζί με τους δύο φίλους μου κάναμε ριψοκίνδυνα πράγματα χωρίς να αναλογιζόμαστε το τι θα μπορούσε να συμβεί σε κάποιον από εμάς ενώ, καθώς μεγαλώσαμε, προσέχοντας, έμεινα μόνος.
Πέρασε αρκετή ώρα δίχως, ευτυχώς, να συμβεί τίποτα και επέστρεψα στο σπίτι φορτωμένος ακόμα πιο πολύ με σκέψεις. 

Άνοιξα τον υπολογιστή και άρχισα να ψάχνω στο διαδίκτυο για αδέσποτους σκύλους, χρησιμοποιώντας λέξεις σχετικές με τον σκύλο που συνάντησα όπως: ‘σκυλίσια ζωή’ , ‘κόπρος’, ‘κοπρίτης’, ‘αδέσποτος’ ...
Γράφοντας ‘σκυλίσια ζωή’ εμφανίστηκε στην πρώτη σειρά η ασπρόμαυρη ταινία, κωμωδία του Τσάρλι Τσάπλιν ‘‘Σκυλίσια ζωή’, όπου ο καημένος ο Σαρλό, καθώς ήταν άνεργος και νηστικός, βρίσκει ένα άθλιο αλλά συμπαθητικό κοπρόσκυλο, τον Σκραπς, που θα τον βοηθήσει να βρει τροφή και χρήμα.....
Πιο κάτω "Η ‘σκυλίσια ζωή’ ήταν η αιτία που σε μια μικρή πόλη της Ινδίας επιχειρείται σταδιακά το πέρασμα από την απόλυτη και μακρόχρονη δικτατορία στη δημοκρατία. Ο πρώην μονάρχης, δίνοντας τη θέση του στο νέο εκλεγμένο κυβερνήτη, πριν φύγει, αφήνει το σκύλο του σε μια αγέλη αδέσποτων σκύλων ......"
Στην τρίτη σειρά: "Ότι πιο σημαντικό έχω μάθει για τη ζωή μου και τη σχέση μου με τη χαμένη αγαπημένη μου φίλη το έχω μάθει από τα αδέσποτα σκυλιά με τη ‘σκυλίσια ζωή’..." λέει η Μαρία από το facebook.
Το τελευταίο έδειχνε αυτό που ακριβώς έψαχνα. Έτσι, δίχως πλέον κανένα δισταγμό, επιχείρησα να συνδεθώ με τη Μαρία, επικοινωνώντας έτσι με «άλλους ανθρώπους». Η Μαρία ανταποκρίθηκε στο κάλεσμά μου και γίναμε «φίλοι». Της περιέγραψα τον λόγο που ήθελα να επικοινωνήσω μαζί της και μου έγραψε τα παρακάτω:
"Μόλις έχασα σε αυτοκινητιστικό ατύχημα την καλύτερή μου φίλη κόντεψα να τρελαθώ. Είχα στενοχωρηθεί και παράλληλα θυμώσει τόσο πολύ που προσπαθούσα συνεχώς να βρω το λόγο που συνέβηκε αυτό σε μένα. Άρχισα να διαβάζω ελπίζοντας μέσα από τα βιβλία να βρω κάποια εξήγηση. Πέρασαν δύο χρόνια και εκείνο που συνειδητοποίησα ήταν ότι τη φίλη μου δεν θα την ξανάβλεπα ποτέ, ότι χάθηκε μαζί με την άποψη που είχα για τη φιλία, την «άλλη φιλία» όπως την έλεγα, τη φιλία που δεν ζητιανεύεις, τη φιλία που δεν είναι συμβόλαιο, δεν είναι γάμος, τη χαρά του μοιράσματος της αγάπης, τη φιλία που όταν τη χάνεις πληγώνει την υπερηφάνεια σου, την ακεραιότητά σου. Ψάχνοντας, συνεχίζει η Μαρία, μια μέρα στο facebook ανακάλυψα μια συγκινητική ιστορία:
Ένας κόπρος βρέθηκε παρατημένος και ακρωτηριασμένος. Τον υιοθέτησε κάποιος έχοντας την τιμή να συνοδεύεται από ένα φοβισμένο αλλά γεμάτο αγάπη σκυλί που περπατάει περίεργα με τη βοήθεια ειδικών παπουτσιών – αποφεύγει να κινείται σε κόσμο – αλλά ξέρει να ανταποδίδει την τρυφερότητα. Φυσικά, συνεχίζει η Μαρία, οι ιστορίες των σκύλων δεν έχουν τέλος. Η αγάπη γι’ αυτούς δεν είναι καινούργια, ούτε προκύπτει από κάποιον συγκεκριμένο τρόπο ζωής. Κάποιοι ίσως μιλήσουν για τη μοναξιά που αναγκάζει τους ανθρώπους να φλυαρούν στα κατοικίδιά τους και ίσως κάποιοι άλλοι για την αποξένωση της πόλης. Η αλήθεια έχει γραφτεί εδώ και χρόνια από κάποιους άλλους: «Μας ελκύουν τα σκυλιά επειδή, πιθανότατα, σαν και αυτά θα ήμασταν και εμείς αν δεν είχαμε γνώση: Μάχονται για την τιμή τους με την πρώτη ευκαιρία, κάνουν έρωτα χωρίς σκέψη και, παρά το υπέροχο ένστικτό τους, δεν ξέρουν και πολλά για τον θάνατο. Είναι τόσο απλά, που μας χρειάζονται για να καταλαβαίνουμε τον κόσμο...».
Έτσι, μου λέει, έψαξα και υιοθέτησα ένα σκύλο του δρόμου (του λείπει ένα πόδι) όπου μετά από αρκετή προσπάθεια η επικοινωνία που έχω μαζί του είναι απίστευτη βρίσκοντας ξανά αυτήν την «άλλη φιλία»που έχω χάσει".
Από το επόμενο βράδυ ήμουν στην πλατεία ψάχνοντας και εγώ το δικό μου ‘αδέσποτο’ σιγοτραγουδώντας:
Πολλοί άνθρωποι κίνησαν για μέρη μακρινά
λίγοι άνθρωποι κίνησαν για μέρη διαφορετικά
άλλοι άνθρωποι τα κατάφεραν να ζήσουν πραγματικά 
«άλλους ανθρώπους» η ζωή τους έκανε να ζήσουν μοναχικά.


Το παραπάνω διήγημα του φίλου μας Πασχάλη Παπαγεωργίου ήταν η πρώτη του συγγραφική απόπειρα, με αφορμή τον λογοτεχνικό διαγωνισμό του «ΛόγωΤέχνης» το 2011 με θεματική τις «Ιστορίες Διαδικτύου» - Οι συμμετέχοντες, στο διήγημά τους και σε λιγότερες από 1.000 λέξεις, θα έπρεπε να συμπεριλάβουν στοιχεία, που να αφορούν, να διαδραματίζονται ή να σχετίζονται, με οποιονδήποτε τρόπο, με το Διαδίκτυο.

Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017

Ούρσουλα Φωσκόλου - Το κήτος

Η Ομάδα Ανάγνωσης «Νέοι Λογοτέχνες» οργανώνει εκδήλωση για την παρουσίαση της συλλογής με μικρά και μεγάλα πεζά της Ούρσουλας Φωσκόλου με τίτλο  «Το κήτος» που εκδόθηκε το 2016 από τις εκδόσεις Κίχλη.

Με τη συγγραφέα θα συνομιλήσει η φίλη λογοτέχνις Έλενα Μαρούτσου (Οι χυδαίες ορχιδέες).


Η συνάντηση θα πραγματοποιηθεί την Παρασκευή 27/1/2017 στις 18:00 στο Πολιτιστικό Κέντρο του Δήμου  Αμαρουσίου (Βασ. Σοφίας 85) στον 1ο όροφο.

Κατάγομαι από τα παιδικά μου χρόνια, όπως από μια χώρα (Γ. Σαραντάρης)
 «Τι θα μπορούσε να περιλαμβάνει μια συλλογή μικρών και μεγαλύτερων κειμένων με τίτλο που παραπέμπει σε ιστορίες διάσωσης ή καταστροφής; Ανατρεπτικές αφηγήσεις γύρω από την εσωτερική ζωή που πάλλεται έτοιμη να αναλωθεί ή να ανθίσει. Ιστορίες ανθρώπων που εκδηλώνουν έντονα συναισθήματα προκειμένου να διασκεδάσουν τη φθορά και την απουσία· που φλέγονται από ερωτική επιθυμία, αλλά αδυνατούν να συναντήσουν τον άλλο· που επιθυμούν να αποδράσουν, αλλά παραμένουν εγκλωβισμένοι και άπραγοι. Ιστορίες, πρωτίστως, ενηλικίωσης, αλλά και επιστροφής στον σκληρό κόσμο της παιδικής ηλικίας, όπου κυριαρχούν η μοναξιά και η συναισθηματική στέρηση.
Στα μικρά πεζά του "Κήτους" η θαλερή φαντασία, που αγνοεί τους κανόνες της συμβατικής λογικής, η μετάπλαση του ατομικού βιώματος σε κάτι ανοίκειο ή και αλλόκοτο, οι τολμηρές εικόνες και μεταφορές φαίνεται να διατηρούν κατά έναν τρόπο το παρθένο βλέμμα με το οποίο το παιδί αντικρίζει τον κόσμο. Στα μεγαλύτερα πεζά, πάλι, η περιγραφή της καθημερινότητας, που μοιάζει εκ πρώτης όψεως οικεία, υποσκάπτεται από ένα περίτεχνο δίχτυ υπαινιγμών, αλλά και από τη διαβρωτική δύναμη του ποιητικού, ενίοτε και του μεταφυσικού στοιχείου.
Στη θαυμαστή κοιλιά του κήτους όλα μπορεί να συμβούν· χάρη στην εκφραστική τόλμη της Ούρσουλας Φωσκόλου, οι ψυχικές καταστάσεις μεγεθύνονται και προσλαμβάνουν συμβολικές διαστάσεις, ενώ οι ήρωες, αν και απλοί άνθρωποι, αποκτούν αρχετυπικό βάθος και κατορθώνουν τελικά να διαρρήξουν τα δεσμά της καθημερινότητας
»

Η Ούρσουλα Φωσκόλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1986 και εργάζεται ως γραφίστρια. Είναι μόνιμη συνεργάτις του λογοτεχνικού περιοδικού Φρέαρ και επιμελείται τη σελίδα του στο διαδίκτυο. Μεταφράσεις και διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί στα λογοτεχνικά περιοδικά Νέα Ευθύνη, Νέο Επίπεδο, Το Δέντρο, (δέ)κατα, Ένεκεν, manifesto, Ακτή, Θράκα, Πλανόδιον, Φρέαρ.
Από τη Βιβλιονέτ από όπου μπορούμε να διαβάσουμε περισσότερα για το έργο της: 
http://www.biblionet.gr/author/112343/%CE%9F%CF%8D%CF%81%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%B1_%CE%A6%CF%89%CF%83%CE%BA%CF%8C%CE%BB%CE%BF%CF%85



Η γριά που κατάπιε τα σεντόνια της
Αφότου πέθανε ο παππούς, κλειδώναμε τη γιαγιά στην κάμαρη. Λύσσαγε αυτή από μέσα: πετούσε πράγματα στους τοίχους, έσπρωχνε την ξύλινη καρέκλα με ορμή πάνω στην πόρτα, έσερνε τις παντόφλες της στο πάτωμα, μέχρι να εξαντληθεί. Με δυο σανίδες, σαν σταυρό, μπαρώναμε το παράθυρο μην πηδήξει. Ούρλιαζε στην αρχή. Έβγαινε η φωνή από μέσα της τραχιά κι έγδερνε τα ντουβάρια. Από μια τρύπα χώναμε φαΐ: σούπα, ψωμί, γιαούρτια. Και νερό. Ώσπου μια μέρα σώπασε. Μ’ έσπρωξαν με το ζόρι μέσα, για να δω. Ρούφηξα την κοιλιά μου κι ένωσα τα πόδια τόσο, που χωρούσε ακόμα ένας δίπλα μου, στο τσιμεντένιο άνοιγμα. Μπήκα με φόβο στο δωμάτιο και κοίταξα τριγύρω. Πουθενά. Στο κρεβάτι απόμενε μόνο το στρώμα: γυμνό κι ένα κομμάτι σεντόνι σαλιωμένο, δεμένο κόμπους-κόμπους, εκεί που ακουμπούσε το κεφάλι.

                  Αναδημοσίευση από τον Αναγνώστη:  http://www.oanagnostis.gr/i-gria-pou-katapie-ta-sentonia-tis/

Χωρίς πρόσωπο
Χθες βράδυ μπήκε στο μαγαζί ένας άντρας χωρίς πρόσωπο. Κάθισε στο μπαρ κι έδειξε με το χέρι μια φιάλη παλαιωμένου μπέρμπον. Την έβαλα μπροστά του, μαζί μ’ ένα ποτήρι και περίμενα. Δεν είχε μάτια, ούτε μύτη, ούτε στόμα για να πιεί. Κι όμως έμεινε εκεί όλο το βράδυ. Στηριζόμουν στους αγκώνες και τον κοιτούσα. Άνοιξα τη φιάλη και —μιας και δεν έπινε— γέμισα το ποτήρι μου μέχρι επάνω. Άρχισα τότε να του μιλώ για μοναξιά, για τις ατέλειωτες νύχτες στο κέντρο της πόλης. Του μίλησα μέχρι και για σένα. Ο άντρας χωρίς πρόσωπο ακουμπούσε τα χέρια στον πάγκο και μέτραγε τα δευτερόλεπτα με χτύπους των δαχτύλων. Έπειτα, ξαφνικά, σταμάτησε. Γύρισε το κεφάλι και μ’ έναν ήχο σαν κύμα που σκάει στα βράχια, έπεσε στο πάτωμα. Κάμποσες μικρές σταγόνες έφτασαν μέχρι τα χείλη μου και τις έγλειψα: ήταν αρμυρές, ίδιες με δάκρυα.

Στην κοιλιά
Κάποιο πρωινό της παιδικής μου ηλικίας, άρπαξα το μαχαίρι του ψωμιού κι έκανα στην κοιλιά μου τέσσερις μικρές τομές. Ρόδινες στην άκρη και μισάνοιχτες, σαν πρόχειρα κλεισμένοι φάκελοι, ανέδιδαν μια μυρωδιά χωμάτινη και υγρή, λες κι είχε μόλις βρέξει. Έχωσα μέσα τους τα χέρια μου κι έβγαλα —δίχως πόνο— ένα βιβλίο με ποιήματα, ένα μικρό μολύβι, μία κανάτα δροσερό νερό και τη μορφή σου: πλασμένη με σκουρόχρωμο πηλό κι ανάγλυφη, γεμάτη αποτυπώματα δαχτύλων. Σαν κούκλα ψεύτικη σ’ έβαλα στην παλάμη και —ρίχνοντάς σου κάθε λίγο μια σταγόνα καθαρού νερού— ξεκίνησα, χαϊδεύοντας δειλά, να σε λειαίνω. Σχεδόν τριάντα χρόνια έπειτα, στέρεψε κείνη η δροσερή κανάτα. Όμως, εσύ να μη φοβάσαι: κάθε απόγευμα, περνώ τα δάχτυλα απ’ τα χείλη μου και με το σάλιο συνεχίζω, έτσι που κάθε κίνηση να μοιάζει με μικρό φιλί.


Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017

Τhomas Mann - Ο θάνατος στη Βενετία

Συνεχίζοντας το αφιέρωμά της στη γερμανόφωνη πεζογραφία η Ομάδα Ανάγνωσης Λογοτεχνίας θα διαβάσει τη νουβέλα του Τόμας Μαν «Ο θάνατος στη Βενετία»  σε παρουσίαση της φίλης Τέτας Ντόντου.

Θα το συζητήσει τη  Δευτέρα 16 Ιανουαρίου στη Βορέειο βιβλιοθήκη στις  6.00.

Ο Τόμας Μαν (1875-1955) πήρε το Νόμπελ λογοτεχνίας το 1929. 
Το βιβλίο αυτό έχει μεταφερθεί στον κινηματογράφο το 1970 από τον μεγάλο Λουκίνο Βισκόντι και πρωταγωνιστές τους Ντερκ Μπόγκαρντ, Σιλβάνα Μαγκάνο και Μπιόρν Άντερσεν.

Ο θάνατος στη Βενετία είναι ένα μικρό αριστούργημα.

Ο Θάνατος στη Βενετία του Τhomas Μann – παρουσίαση της Στέλλας Χατζημαρή

Μετά τον συγκλονιστικό Τέρλες του Μούζιλ, που έχει ως θεματική του την εφηβεία και τη βία, το εμβληματικό έργο του Ρίλκε «Οι σημειώσεις του Μάλτε Λάουριτς Μπρίγκε» που σηματοδότησε  την απαρχή του μοντερνιστικού μυθιστορήματος στη Γερμανία (και αφηγείται τις υπαρξιακές αναζητήσεις του έφηβου Μάλτε με άξονες το «βλέπω» και «θυμάμαι»), τώρα στο Θάνατος στη Βενετία, που έγραψε ο Τόμας Μαν το 1912, έχουμε άλλον ένα έφηβο που αποτελεί όμως το «αντικείμενο του πόθου» του συγγραφέα.
Ο Θάνατος στη Βενετία, είναι ένα από τα ωραιότερα δημιουργήματα του αισθητισμού και εξαιρετικό δείγμα της λεγόμενης παρακμιακής λογοτεχνίας.[1] Ο ίδιος ο Μαν το θεωρεί, μαζί με τον Τόνιο Κραίγκερ, ως την ουσιαστικότερη  προσφορά του στον τομέα της νουβέλας. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, αποτελεί μια ιστορία θανάτου, μια ιστορία της ηδονής της εκμηδένισης. Σε αυτήν τη νουβέλα αναδεικνύεται το πρόβλημα της αξιοπρέπειας του καλλιτέχνη που παίρνει τη μορφή τραγωδίας της αυτοκυριαρχίας - η "διδασκαλία" του Σωκράτη προς τον Φαίδρο (σ.70-71) αποτελεί πυρήνα της αφήγησης.[2]



Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2017

Το ασανσέρ – διήγημα του Πασχάλη Παπαγεωργίου

«Οι γέροι πεινάνε, δεν ξέρεις πόσο τους ανοίγει η όρεξη! Είναι το μοναδικό πράγμα που συμβαδίζει με την ηλικία τους, όσο μεγαλώνουν, τόσο μεγαλώνει και η όρεξή τους». Αυτά περνούσαν από το μυαλό μου, καθώς στεκόμουν μπροστά στο ασανσέρ του ξενοδοχείου που δούλευα. Συνήθως, παρατηρούσα τους πελάτες του ξενοδοχείου, δίχως να περνάει το παραμικρό από το μυαλό μου. Δούλευα με νεκρωμένο νου, μηχανικά, και όταν κάποιος στρεφόταν προς το μέρος μου, την τελευταία στιγμή καλούσα το ασανσέρ, περιμένοντας να δω τον αριθμό του δωματίου που θα πήγαιναν. Το μυαλό μου τότε δούλευε γρήγορα, το κουμπί που πατούσα να το καλέσω ενεργοποιούσε ταυτόχρονα και τη λειτουργία του νου μου. Συνήθως μάντευα τον όροφο. Τα πιο ακριβά δωμάτια, οι σουίτες, ξεκινούσαν από ψηλά. Το ξενοδοχείο είχε 12 ορόφους. Οι τελευταίοι 5 είχαν μόνο σουίτες. Αλλά και στις σουίτες υπήρχαν διαφορές. Οι δύο τελευταίοι όροφοι είχαν τις πιο ακριβές. Οι υπόλοιποι, όσο κατέβαινες, εκτός του πρώτου και δεύτερου ορόφου, είχαν δίκλινα και τρίκλινα δωμάτια. Ο ρόλος ο δικός μου ήταν να τους οδηγώ στον όροφο που θα μένανε. Δεν κουβαλούσα βαλίτσες και ούτε τους συνόδευα μέχρι τα δωμάτιά τους. Έλεγχα ποιός έμπαινε και ποιός έβγαινε. Ήταν πολύ δύσκολο να ανέβει κάποιος μόνος του, δίχως τη συνοδεία μου. Υπήρχαν φυσικά και οι σκάλες, αλλά βρισκόντουσαν πίσω απo το ασανσέρ, οπότε πάλι περνούσαν από μπροστά μου όσοι ανέβαιναν και κατέβαιναν. Το διάστημα που ήμουν μαζί με τους πελάτες στο ασανσέρ, υπήρχε ένα κενό, όσο αφορούσε τον έλεγχο όσων χρησιμοποιούσαν τις σκάλες, αλλά αυτό λίγο πολύ καλυπτόταν από τον συνάδερφο που υπήρχε στην κεντρική είσοδο του ξενοδοχείου, λίγα μέτρα απέναντί μου. Το ότι το ξενοδοχείο είχε ένα ασανσέρ, ήταν λίγο άβολο όταν είχε κόσμο, αλλά αποδοτικό από άποψη ελέγχου, μια και ελάχιστοι πελάτες χρησιμοποιούσαν τις σκάλες για να πάνε στα δωμάτιά τους.

Τον τελευταίο καιρό πεινάω πολύ, έχω συνεχώς όρεξη.

Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2017

Εις μνήμην - Χριστόφορος Μηλιώνης


Πέθανε σήμερα ο σπουδαίος λογοτέχνης Χριστόφορος Μηλιώνης. Γεννήθηκε στο Περιστέρι Πωγωνίου των Ιωαννίνων το 1932. Φοίτησε στη Ζωσιμαία Σχολή και σπούδασε φιλολογία στο Α.Π. Θεσσαλονίκης. Υπηρέτησε τη μέση εκπαίδευση στην Ελλάδα και την Κύπρο και συνέβαλε στα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γυμνασίου/Λυκείου. Συμμετείχε στην έκδοση των γιαννιώτικων περιοδικών Ενδοχώρα και Δοκιμασία, άρθρα του δημοσιεύτηκαν στη Φιλολογική Καθημερινή και στα Νέα. Ήταν ιδρυτικό μέλος και μέλος του Δ.Σ.της Εταιρείας Συγγραφέων.
Έχουν εκδοθεί οι συλλογές διηγημάτων ΠαραφωνίαΤο πουκάμισο του ΚένταυρουΤα διηγήματα της δοκιμασίαςΤο πουκάμισο του Κένταυρου και τ’ άλλα διηγήματαΚαλαμάς κι ΑχέρονταςΧειριστής ανελκυστήρος, Το μικρό είναι όμορφοΤα φαντάσματα του Γιορκ, Μια χαμένη γεύση, Η φωτογένεια, Ακροκεραύνια, Το μοτέλ, Κομμωτής κομητών, καθώς και τα μυθιστορήματα Δυτική συνοικία Ο Σιλβέστρος. Στο έργο του περιλαμβάνονται επίσης μεταφράσεις από τα αρχαία ελληνικά, δοκίμια και φιλολογικές μελέτες.
Τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος (1986), το Βραβείο του περιοδικού Διαβάζω (2000) και το Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών (2005).


 Για το έργο του, μεταξύ άλλων, ο Αλέξης Ζήρας αναφέρει:

Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

Χρόνια πολλά, χρόνια καλά, χρόνια ευτυχισμένα!

Ποιος θα με άκουγε, αν ούρλιαζα, από των αγγέλων τις τάξεις;
Rainer Maria Rilke: Ελεγείες από  το Ντουίνο (μετ. Συμεών Σταμπουλού)

O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν’ ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα,
να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες.
Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό...
Johann W. Goethe: Τα χρόνια μαθητείας του Βίλχελμ Μάιστερ (μετ. Τούλα Σιετή)


Η καινούργια χρονιά ας αναστήσει το χαμόγελο στα χείλη των ανθρώπων και ας χαρίσει σ’ αυτούς που αγωνίζονται τη ζωή που τους αξίζει. 




Γεώργιος Ιακωβίδης: Ρόδια, 1920-1932

Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2016

Στη γειτονιά μου την παλιά – διήγημα της Βασιλείας Πλαστήρα

Οι αναμνήσεις έστησαν τρελό χορό μέσα μου. Ξεφυτρώνουν από παντού και με περιγελούν. Είναι στ’ αλήθεια αυτή η παλιά μου γειτονιά; Πολυκατοικίες παντού, που και που κανένα διώροφο. Ο χρόνος τα έχει όλα θερίσει. Ο χρόνος ή η αδύνατη μνήμη; Το τοπίο (πιο τοπίο;) αδιευκρίνιστο. Εκεί στο βάθος βρίσκονταν ή δεν βρίσκονταν ο λόφος του Μπαταριά, όπου δεινοί εξερευνητές ανακαλύπταμε άγνωστους τόπους, ψάχναμε πρωτόγονους πολιτισμούς;
Όσο φτάνει το μάτι μου βλέπω πολυκατοικίες, ομοιόμορφες πολυκατοικίες, πολυκατοικίες θλιβερές παντού. Τσεκάρω και πάλι το όνομα του δρόμου και τον αριθμό. Σιώκου 13. Σωστά! Όμως ποιο είναι αυτό το διώροφο σπίτι μπροστά μου; Μου θυμίζει κάτι και τι; Ποιος βρίσκεται πίσω από το αδιευκρίνιστο; Ο πανδαμάτωρ χρόνος ή η αδύνατη μνήμη; Τι απ’ όλα; Ζαλίζομαι..... Στέκομαι αποσβολωμένη μπροστά στο σπίτι και κοιτάω σαν χάνος. Αχ και να μπορούσα να λύσω όλα αυτά τα μυστήρια! Η λογική μέσα μου γκρεμίζεται σε ερείπια, η γλυκιά νοσταλγία που λίγο πριν με πλημμύριζε, ανακατώνεται με ένα παράξενο φόβο, ένα φόβο που σβήνει κάθε σημείο αναφοράς και με βουλιάζει σε ένα βάλτο γεμάτο παγίδες. 
Ένα παράθυρο ανοίγει και μια γριά μέγαιρα κακομούτσουνη και απειλητική (είναι στ’ αλήθεια έτσι η μου φαίνεται;) προβάλλει στο άνοιγμα: «τι γυρεύεις εδώ; Ψάχνεις κάτι;». μαζεύω όλο μου το θάρρος και ψελλίζω ντροπιασμένη «έμενα κάποτε.......πριν πολλά χρόνια εδώ». Η ανακρίτρια μου γυρεύει περισσότερες λεπτομέρειες, για να λυθεί στο τέλος το μυστήριο και να αποκαλυφθεί πως ο δρόμος έχει αλλάξει νούμερα και το σπίτι που ζητώ βρίσκεται ένα τετράγωνο πιο πάνω.                                  
                                            
Γιάννης Τσαρούχης - Σπίτι με Καρυάτιδες, 1952 

Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2016

Μετάβαση σε άλλη διάσταση - διήγημα της Βάσης Λιακοπούλου

«Σε λιγάκι σηκώθηκε από τη γη αυτή. Τα άστρα πλησίασαν το ένα το άλλο, τάχατες. Κι αυτή περνούσεν από άστρο σε άστρο μόνο με την παραμικρή βοήθεια που της έδιναν άλλοι κρατώντας ελαφρά το ζαρωμένο της χέρι. Οι κόσμοι, λέει, έστελναν φως ήσυχο και γλυκό που χάιδευε τα κλαμένα μάτια της. Κι οι άγγελοι χωρίς να σαλεύουν πολύ τα μεγάλα άσπρα φτερά των, τα κρατούσαν σχεδόν ακίνητα κι έπλεαν άλλος επάνω σε ρόδινο κι άλλος σε αχνογάλανο σύννεφο. Και σε όλην αυτήν την ησυχία ακούστηκεν η θεία αρμονία του ψαλμού των, πολύλαλη, αλλά σοβαρή και ήσυχη σαν γαληνό ποτάμι ήχων που γινόταν, νομίζεις ένα με το φως                                                                                                                                                                                                                                                                                                              Ζαχαρίας Παπαντωνίου
Έκλεισε το βιβλίο.
Έκλεισε τα μάτια.
Η ψυχή της κλείδωσε τα πάντα μέσα της.

Το πρωινό αεράκι έφτασε, άγγιξε τα φύλλα του δέντρου που ακουμπούσαν πάνω στο κλειστό τζάμι του παραθύρου της. Εκείνα κινήθηκαν απαλά, ήσυχα μετέδωσαν το μήνυμα αναμεταξύ τους. Δεν ήθελαν να διαταράξουν τη σιωπή του δωματίου. Μια νέα μέρα ξυπνάει, ψιθύρισαν.
Εκείνη ήταν ξαπλωμένη, ήρεμη. Μια ανάμνηση πέρασε πίσω από τα κλειστά της βλέφαρα. Όταν ήταν νέα, όταν έμαθε ότι ήταν έγκυος. Βέβαια χάρηκε, πέταξε στα ουράνια.  Ένα μικρό αγκάθι, ωστόσο, είχε έρθει να τσιμπήσει την καρδιά της ευτυχίας της. Πώς θα γεννούσε; Φοβόταν... Το μικρό αγκάθι  θέριευε, κόντεψε να γίνει πανικός. Η φύση όμως, για όλα νοιάζεται, όλα τα τακτοποιεί. Όταν οι μήνες πέρασαν κι έφτασε εκείνη η ευλογημένη ώρα, η ψυχή, το σώμα και το μυαλό  ήταν έτοιμα να την υποδεχτούν.
Το ίδιο νιώθει τώρα. Όταν πρωτοάκουσε τα μασημένα λόγια του γιατρού, όταν αντιλήφθηκε τα πρώτα κρυφά δάκρυα στα πρόσωπα της οικογένειάς της, ένιωσε πάλι μετά από τόσα πολλά χρόνια, αυτό το ίδιο αγκάθι του φόβου. Όμως, οι μήνες πέρασαν και τώρα που έχει φτάσει η ώρα είναι έτοιμη. Το σύμπαν την περιμένει.

Μόνο ένα αγκάθι τελευταίο δε λέει να διαλυθεί μέσα της.  Αντιστέκεται. Η μορφή εκείνου αρνείται να την εγκαταλείψει. Η μοναδική μεγάλη στιγμή της ζωής της που δεν είχε φοβηθεί. Δεν την ένοιαζε να  τα έχανε όλα, θα κέρδιζε εκείνον.  Τότε δείλιασε αυτός, έφυγε.











Edv. Munch, Φιλί στο παράθυρο. 1892. National Gallery of Art. Oslo.
                                                                                                            





Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2016

Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας 2015

Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων στον Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλο για το σύνολο του έργου του.
Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος: Χρήστος Χωμενίδης «Νίκη»
Κρατικό Βραβείο Διηγήματος-Νουβέλας: Ανδρέας Μήτσου «Η εξαίσια γυναίκα και τα ψάρια».
Κρατικό Βραβείο Ποίησης: Ζέφη Δαράκη «Η σπηλιά με τα βεγγαλικά».
Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου-Κριτικής: Κατερίνα Σχινά «Καλή και ανάποδη. Ο πολιτισμός του πλεκτού».
Κρατικό Βραβείο Μαρτυρίας-Βιογραφίας-Χρονικού-Ταξιδιωτικής Λογοτεχνίας: Νίκος Μπακουνάκης: «Δημοσιογράφος ή ρεπόρτερ. Η αφήγηση στις ελληνικές εφημερίδες, 19ος-20ος αιώνας».
Κρατικό Βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα: Εξ ημισείας στον Χρίστο Κυθρεώτη «Μια Χαρά» και στη Μαρία Φίλη «Το πιο Παράξενο Απόκτημα των Εντόμων».
Κρατικό Ειδικό Βραβείο σε λογοτέχνη του οποίου το βιβλίο προάγει σημαντικά τον διάλογο πάνω σε ευαίσθητα κοινωνικά ζητήματα στη Ρίκα Μπενβενίστε, για το έργο της «Αυτοί που επέζησαν. Αντίσταση, εκτόπιση, επιστροφή. Θεσσαλονικείς Εβραίοι στη δεκαετία του 1940».
Διακρίσεις: Η Επιτροπή απονέμει τιμητική διάκριση στα λογοτεχνικά περιοδικά «Νέα Ευθύνη» και «Φρέαρ» για τη συμβολή τους στην προβολή και διάδοση της ελληνικής λογοτεχνίας.
Επιτροπή Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας: Αλέξης Ζήρας, Γιώργος Ανδρειωμένος, Δημήτρης Καργιώτης, Έλλη Λεμονίδου, Μαρία Σκιαδαρέση, Λίλυ Εξαρχοπούλου, Λίνα Πανταλέων, Νένα Κοκκινάκη, Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος. (Συνεδρίαση 9/12/2016).
Ένα μικρό διήγημα του Ηλία Παπαδημητρακόπουλου με τίτλο Οι φρακασάνες μπορεί να διαβαστεί στο ιστολόγιο Ιστορίες Μπονζάι:
https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/2010/04/10/ilias-papadimitrakopoulos-oi-frakasanes/ 


Ζέφη Δαράκη: Η σπηλιά με τα βεγγαλικά, Νεφέλη, 2014.

Μη λες πως ο ποιητής είχε
τις απαντήσεις
είχε το αναπάντητο
ή μη μου λες
πως ο θάνατος είχε τις απαντήσεις
αφού το μισό του πρόσωπο
είναι φαγωμένο απ’ τη ζωή.
---------
Η λύπη
δεν είναι πάντα μια άλλη παρτίδα
που ξενιτεύει την ψυχή
Είναι ίσως
κι ένα παλιό σκαρί ξαναβαμμένο
στον ουρανό του
Είναι το πιο απόμακρο χαμόγελο
ενός αφηρημένου ανθρώπου
αφηρημένου, από όσα

του έχουν συμβεί.